κατατιτρώσκω
κατατιτρώσκω, to wound severely
κατατιτρώσκω,
- wound, X. An. 3.4.26; λίθοις καὶ τοξεύμασι ib. 4.1.10; ἑαυτόν D.L. 1.60, cf. Plb. 33.9.6, Plu. Sol. 30, etc.:—Pass., Id. Caes. 66: metaph., πάθη κ. τινάς Ph. 1.299; κατατετρωμένοι τὰς ψυχὰς ἐκ νοσημάτων Id. 1.156.
- 2 open an abscess, ἔμπλαστρος -σκουσα Aët. 15.17.
κατα·τιτρώσκω (ao. κατέτρωσα) couvrir de blessures, Xén. An. 3, 4, 26 ; 4, 1, 10 ; Pol. 33, 7, 6, etc. ; fig. Phil. 2, 25.
κατατιτρώσκω, (τιτρώσκω), über und über verwunden ; Xen. An. 3.4.26 ; λίθοις καὶ τοξεύμασι κατέτρωσαν 4.1.10 ; Pol. 33.7.6 u. a.Sp.
κατατιτρώσκω
fut. -τρώσω
- to wound severely, Xen.