καταχυτρίζω Save LSJ Bailly 2024 Pape καταχυτρίζω, = ἐγχυτρίζω, Ar. Fr. 793. κατα·χυτρίζω, c. ἐγχυτρίζω, Ar. fr. 626. καταχυτρίζω, = ἐγχυτρίζω, Schol. Ar. Vesp. 288.