κατάχωλος
κατάχωλος, dead lame
κατάχωλος, ον,
- dead lame, Alc.Com. 2.
κατά·χωλος, ος, ον, tout à fait boiteux, Alc. com. (Bkk. p. 102, 29).
Étym. κ. χωλός.
κατάχωλος, lahm, Alcaeus in B.A. p. 102.29.