καταψηφιστέον
καταψηφιστέον, one must condemn
καταψηφ-ιστέον,
- one must condemn, τινος X. HG 2.4.9, cf. Democr. 262.
καταψηφιστέον, vb. de καταψηφίζομαι, Xén. Hell. 2, 4, 6 ; Démocr. (Stob. Fl. 46, 44).