καταψευσμός
καταψευσμός, slander, calumny
κατα-ψευσμός, ὁ,
- slander, calumny, LXX Si. 26.6.
καταψευσμός, οῦ (ὁ) c. κατάψευσις, Spt. Sir. 26, 5.
καταψευσμός, ὁ, = κατάψευσις ?
καταψευσμός, slander, calumny