καταψηλαφάω Save LSJ Bailly 2024 Pape καταψηλᾰφάω, = ψηλαφάω, Luc. Asin. 14. κατα·ψηλαφάω-ῶ [ᾰφ] c. καταψάω, Luc. As. 14. καταψηλαφάω, streicheln, Lesart für καταψάω Luc. asin. 14.