καταψελλίζομαι
καταψελλίζομαι, to be made to lisp
καταψελλίζομαι, Pass.,
- to be made to lisp, κατεψελλισμένοι τὴν φωνὴν ὑπὸ τοῦ οἴνου Philostr. Im. 1.25.