κατισχάνω Save LSJ Pape κατισχάνω, Ep. form of κατίσχω, κατὰ σὸν νόον ἴσχᾰνε Od. 19.42. κατισχάνω, = κατέχω, nur in tmesi, κατὰ σὸν νόον ἴσχανε Od. 19.42.