Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κάτογκος
κάτογκος, bulky
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κατιλλαίνω
κατιλλαντής
κατίλλω
κατιλλώπτω
κατιλύω
κατίμεν
κατιμονεύω
κατιόντα
κατιόομαι
κατιόω
κατιππάζομαι
κατιρόω
κατισδάνει
κάτισος
κατίστημι
κατισχάνω
κατισχναίνω
κατισχνάω
κατισχνόομαι
κάτισχνος
κατισχνόω
κατισχυρεύομαι
κατισχυρεύω
κατισχύω
κατίσχω
κατιτήρια
κατιτήριος
κατιχνηλατέω
Κάτλος
κατογκάομαι
κάτογκος
κατοδερικαῖς
κάτοδος
κατοδυνάω
κατοδύρομαι
κατόζω
κάτοθεν
κατοιάδες
κάτοιδα
κατοιδέω
κατοίησις
κατοικάς
κατοικεσία
κατοικέσια
κατοικέω
κατοίκησις
κατοικητήριον
κατοικητήριος
κατοικία
κατοίκια
κατοικίδιος
κατοικίζω
κατοικικός
κατοικίς
κατοίκισις
κατοικισμός
κατοικιστής
κατοικοδομέω
κατοικονομέω
κάτοικος
κατοικοφθορέω
…
κάτογκος
Save
κάτογκος, bulky
LSJ
κάτογκος, ον,
bulky,
τῷ σώματι
Sor.
1.117.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}