κατοικάς
κατοικ-άς, άδος, ἡ,
- poet. fem. of κατοικίδιος, στρουθός Nic. Al. 60, 535.
κατ·οικάς, άδος, adj. f. domestique, privé, Nic. Al. 60, 535.
Étym. κ. οἶκος.
κατοικάς, άδος, ἡ, = κατοικίς, ὄρνις Nic. Al. 60, στρουθός 535.