κατοικεσία
κατοικ-εσία, ἡ,
- = κατοίκησις, LXX Ps. 106(107).36, Eust. 106. 44.
κατοικεσία, ας (ἡ) habitation, Spt. Ps. 106, 36.
Étym. κατοικέω.
κατοικεσία, ἡ, = κατοίκησις, LXX.