κατοίησις
κατοίησις, self-conceit
κατοίησις, εως, ἡ,
- self-conceit, Plu. Col. 2.1119b (pl.).
κατοίησις, εως (ἡ) présomption, orgueil, Plut. M. 1119b.
Étym. κατοίομαι.
κατοίησις, ἡ, Einbildung von sich, neben μεγαλαυχία Plut. adv. Col. 21.