κατισχνόομαι
κατισχνόομαι, to waste away
κατισχν-όομαι,
- = κατισχναίνομαι, J. AJ 2.5.5, Gal. UP 1.21, Aët. 4.34:—Act., Hsch., Phot., Sch. Nic. Al. 592.