About Report a problem

Menu

κελευστικός

κελευστικός, hortatory

κελευσ-τικός, ή, όν,
  • hortatory: κελευστική (sc. τέχνη), Pl. Plt. 260e; τοῦ ψόγου τὸ κ. Plu. Adul. 2.72d (s.v.l.).

Saved

Recent