κεραμήϊος
κερᾰμ-ήϊος, η, ον,
- Ep. for κεράμειος, τεῦχος Nic. Th. 80, cf. κεραμεῖον II:—fem. κερᾰμ-ηΐς, Marc.Sid. 60.
κεραμήϊος, v. κεράμειος.
κεραμήϊος, ion. u. ep. = κεράμειος ; Hom. ep. 14.14 ; Nic. Ther. 80.