κερατοξόος
κερᾰτοξόος, ον,
- = κεραοξόος, Nonn. D. 3.76 codd. (κεραο- Mein., Ludw.).
κερατο·ξόος, όος, όον [ᾰ] qui travaille (propr. qui racle) la corne, Nonn. D. 3, 76.
Étym. κέρας, ξέω.
κερατοξόος, = κεραοξόος ; Nonn. D. 3.76 τέχνη.