κερατόπους
κερατόπους, hornfooted, hoofed
κερᾱτό-πους, ὁ, ἡ, πουν, τό, gen. ποδος,
- horn-footed, hoofed, Gloss.
κερατόπους, -ποδος, hornfüßig, Pan.
κερατόπους, hornfooted, hoofed