κερατηφόρος Save LSJ Pape κερᾰτηφόρος, ον, = κερασφόρος I, Phaest. ap. Sch. Pi. P. 4.28. κερατηφόρος, = κερασφόρος, Phaest. bei Schol. Pind. P. 4.28. S. auch κερατοφόρος.