κεστροσφενδόνη
κεστροσφενδόνη, engine which discharges
κεστρο-σφενδόνη, ἡ,
- engine which discharges κέστροι II, Liv. 42.65.
κεστροσφενδόνη, ἡ, = κέστρος, Suid.; vgl. Liv. 12.65.