κεστροφύλαξ
κεστροφύλαξ, officer in charge of κέστροι II
κεστρο-φύλαξ [ῠ], ακος, ὁ,
- officer in charge of κέστροι II, IG 3.1094, al.:—hence κεστρο-φῠλᾰκέω, ib. 735, 736.
κεστροφύλαξ, ακος, ὁ, ein Aufseher, Wächter über die κέστροι, Inscr.