κλαυμυρίζομαι
κλαυμῠρίζομαι,
- = κλαυθμυρίζομαι, Men. Epit. 432, Hierocl. p.29 A., Max.Tyr. 9.3: cf. κλαυμαριόμενον· κλαίοντα (Tarent.), Hsch., and κλαυμαρεῖται· κλαίει, Id.
κλαυμυρίζομαι, = κλαυθμυρίζομαι, Phot. lex.