κλεεννός
κλεεννός, ά, όν, Lyr. (Aeol.) form of κλεινός,
- famous, Simon. 120, Pi. P. 4.280 (Sup.), 5.20, Scol. 5.
κλεεννός, v. κλεινός.
κλεεννός, dor. = κλεινός.
κλεεννός, κλεινός (κλεεννᾶς, -αῖς: κλεινός; -ά, -ᾶς, -ᾷ. -άν, -αί, -ᾶν, -αῖς (ιν): κλεινότερον: κλεεννότατον.)
- 1renowned of pers., κλεινὸς οἰκιστὴρ Hieron P. 1.31 of places, κλεινὰν Ἀκράγαντα O. 3.2 τᾶν κλεινᾶν Συρακοσσᾶν O. 6.6 κλεινᾷ τʼ ἐν Ἰσθμῷ O. 7.81 κλεινᾶς ἐξ Ὀπόεντος O. 9.14 καὶ τὸ κλεεννότατον μέγαρον Βάττου P. 4.280 κλεεννᾶς παρὰ Πυθιάδος P. 5.20 Πίνδου κλεενναῖς ἐν πτυχαῖς P. 9.15 κλεινᾶν Συρακοσσᾶν N. 1.2 κλεινὸς Αἰακοῦ λόγος, κλεινὰ δὲ καὶ ναυσικλυτὸς Αἴγινα I. 9.1 κλειναὶ Ἀθᾶναι fr. 76. 2. [πόλιν κλεινὰν (κείναν v. l.) P. 1.61] of songs, victories, κλειναῖς ἀοιδαῖς P. 3.114 ἀρεταῖς κλειναῖσιν P. 8.23 κλειναῖς <τ> Ἐρεχθειδᾶν χαρίτεσσιν ἀραρὼς I. 2.19 κλεινότερον γάμον P. 9.112 c. dat., καλλίσταν πόλιν ἀμφέπει κλεινάν τʼ ἀέθλοις P. 9.70
κλεεννός
lyr. form of κλεινός, Pind.