κλῃστός Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape κλῃστός, v. κλειστός. κλῄσω, fut. of κλῄω (q.v.) and κλῄζω. κλῃστός, v. κλειστός. κλῃστός zie κλειστός. κλῃστός, s. κλειστός.