Κοιρανίδας
Κοιρανίδας, son of Koiranos, Polyidos
Κοιρανίδας, ου (ὁ) [ᾰν] le fils de Kœranos (Polyidos) Pd. O. 13, 104.
Étym. Κοίρανος.
Κοιρᾰνῐδας
- 1son of Koiranos, Polyidos. δεῖξέν τε (sc. Βελλεροφόντας) Κοιρανίδᾳ πᾶσαν τελευτὰν πράγματος O. 13.75