κολίανδρον
κολίανδρον, τό,
- = κορίανδρον, Gp. 12.1.2, 16.4.5, Sch. Ar. Eq. 679.
κολίανδρον, ου (τὸ) c. κορίανδρον, Geop. 12, 1, 2 ; Apsyrt. (Geop. 16, 4, 5).
Étym. p. dissimil. p. κορίανδρον.
κολίανδρον, τό, = κορίανδρον, Sp.