κολάστρια Save LSJ Bailly 2024 Pape κολ-άστρια, ἡ, fem. of κολαστήρ, ῥάβδος Ezek. Exag. 121. κολάστρια, ας (ἡ) c. κολάστειρα, Poèt. (Eus. P.E. 9, p. 441). κολάστρια, ἡ, fem. zu κολαστήρ, Euseb.