Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κολερός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Κολασσαί
κολασσία
κολάστειρα
κολαστέος
κολαστήρ
κολαστήριον
κολαστήριος
κολαστής
κολαστικός
κολάστρια
κόλαστρον
κολάττη
κολαφασμός
κολαφίζω
κολάφισμα
κολαφισμός
κολαφιστικῶς
κόλαφος
κόλαψ
κολέα
κολεάζω
κολεασμός
κολεκάνος
κολεκτρυών
Κολένδα
κολεόν
κολεόπτερος
κολεός
κολεοφόροι
κόλερος
κολερός
κολετράω
κολέω
κοληβάζω
Κολιάδαι
κολίανδρον
κολίας
κολίδιον
κόλιξ
κολιός
κόλλα
κολλαβίζω
κολλαβισμός
κόλλαβος
κολλάριον
Κολλατία
Κολλατῖνος
κολλάω
κολλεψός
κολλήγας
κολλήγιον
κολλήεις
κόλλημα
κολλήσιμος
κόλλησις
κολλητέον
κολλητήρ
κολλητήριον
κολλητήριος
κολλητής
Κολλητής
…
κολερός
Save
Bailly 2024
κολ·ερός,
ά, όν,
à laine courte,
Arstt.
H.A.
8, 10, 5
.
Étym.
κόλος, ἔριον
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}