Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κόλαστρον
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κολακευτής
κολακευτικός
κολακευτικῶς
κολακεύω
κολακία
κολακικός
κολακίς
Κολακοφωροκλείδης
Κολακώνυμος
κολακώνυμος
κόλαξ
Κολάξαϊς
κολαπτήρ
κολαπτός
κολάπτω
κολασία
κόλασις
κόλασμα
κολασμός
Κολασσαεύς
Κολασσαί
κολασσία
κολάστειρα
κολαστέος
κολαστήρ
κολαστήριον
κολαστήριος
κολαστής
κολαστικός
κολάστρια
κόλαστρον
κολάττη
κολαφασμός
κολαφίζω
κολάφισμα
κολαφισμός
κολαφιστικῶς
κόλαφος
κόλαψ
κολέα
κολεάζω
κολεασμός
κολεκάνος
κολεκτρυών
Κολένδα
κολεόν
κολεόπτερος
κολεός
κολεοφόροι
κόλερος
κολερός
κολετράω
κολέω
κοληβάζω
Κολιάδαι
κολίανδρον
κολίας
κολίδιον
κόλιξ
κολιός
κόλλα
…
κόλαστρον
Save
Pape
κόλαστρον
, τό, = κολαστήριον, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}