κορσωτήρ
κορσωτήρ, barber
κορσ-ωτήρ, ῆρος, ὁ,
- barber, Call. Fr.anon. 128, Poll. 2.32:—also κορσ-ωτεύς, έως, Charon 9.
κορσωτήρ, ῆρος, ὁ, = κορσωτεύς, Poll. 2.32.