κορσωτήριον
κορσωτήριον, barber’s shop
κορσ-ωτήριον, τό,
- barberʼs shop, Charon 9.
κορσωτήριον, ου (τὸ) boutique de barbier, Charon (Ath. 520e).
Étym. κορσωτήρ.
κορσωτήριον, τό, Barbierstube, Ath. XII.520 s.