κρατάνιον
κρατάνιον, cup
κρατάνιον, τό,
- kind of cup, Polem.Hist. 20.
κρατάνιον, ου (τὸ) [ᾱᾰ] sorte de coupe, Polém. (Ath. 479f).
κρατάνιον, τό, eine Art Becher, Ath. XI.479e.
κρατάνιον, cup