κρατηρίδιον Save Bailly 2024 Pape κρατηρίδιον, ου (τὸ) [ᾱῐδ] dim. du préc. Jos. A.J. 3, 6, 7. κρατηρίδιον, [ᾱ], τό, Sp., wie Jos., = κρατήριον.