κρατευτήριον Save LSJ Pape κρᾰτευ-τήριον, τό, = foreg. 1, Poll. 6.89. κρατευτήριον, τό, = κρατευταί ; Poll. 6.89 σιδήρεον ᾧ τοὺς ὀβελίσκους ἐπιτιθεῖσι πρὸς τὴν τῶν κρεῶν ὄπτησιν ; im plur., 10.97.