κρατέω
κρατέω, κρατέω, be strong; rule over (+ gen.); conquer (+ acc. or gen.)
- to be strong, powerful: hence,
- I abs., rule, hold sway, Ἤλιδα . ., ὅθι κρατέουσιν Ἐπειοί Od. 13.275, 15.298; μέγα κρατέων ἤνασσε with mighty sway . ., Il. 16.172; ἅπας δὲ τραχύς, ὅστις ἂν νέον κρατῇ A. Pr. 35; ὁ κρατῶν the ruler, Id. Ag. 951, 1664, S. Ant. 738, etc.; θῶπτε τὸν κρατοῦντʼ ἀεί A. Pr. 937; οἱ κρατοῦντες Id. Ch. 267, S. OT 530, etc.; τὸ κρατοῦν E. Andr. 133 (lyr.), Pl. Lg. 714c, Arist. Pol. 1255a15; ἡ κρατοῦσα the lady of the house, A. Ch. 734.
- 2 in Poets, c. dat., rule among, μέγα κρατέεις νεκύεσσιν Od. 11.485; ἀνδράσι καὶ θεοῖσι 16.265; Φθίᾳ rule in Phthia, Pi. N. 4.50; ἐν Ἰλιάδι χθονί E. El. 4.
- 3 c. gen., to be lord or master of, rule over, πάντων Ἀργείων, πάντων, Il. 1.79, 288, cf. Od. 15.274; Ὀλύμπου A. Pr. 149 (lyr.); δωμάτων Id. Ag. 1673; ὅπλων S. Aj. 1337; κ. τοῦ βίου to be master of . ., And. 1.137; αὑτοῦ κ. S. Aj. 1099, Antipho 5.26, cf. S. OC 405; ἡδονῶν καὶ ἐπιθυμιῶν Pl. Smp. 196c, etc.; τῶν πραγμάτων D. 2.27; τοῦ μὴ πείθεσθαι τοῖς νόμοις κρατῆσαι to be above obedience . ., X. Lac. 4.6.
- II conquer, prevail, get the upper hand, abs., A. Ag. 324, etc.; πολλῷ ἐκράτησαν Hdt. 5.77; εἰ τὰ τοῦ Μήδου κρατήσειε Th. 3.62; ὁ μὴ πειθόμενος κρατεῖ Pl. Phdr. 272b; ἔνθα τἀναιδὲς κρατεῖ Diph. 111: c. dat. modi, κ. τῇ γνώμῃ prevail in opinion, Hdt. 9.42; πάλᾳ, ἱπποδρομίᾳ, Pi. O. 8.20, I. 3.13; μάχῃ E. HF 612; ταῖς ναυσί Ar. Ach. 648; τῷ Φοινίκων ναυτικῷ Th. 1.16; also θουρίῳ ἐν Ἄρει S. Aj. 614 (lyr.); ἐν τοῖς πολέμοις Ar. Pl. 184: c. acc. cogn., κ. στάδιον B. 6.15, cf. 7; ὀκτὼ νίκας E. Epigr. 1; τὸν ἀγῶνα D. 21.18; τὴν μάχην v.l. for τῇ μάχῃ in D.S. 18.30; τὴν πρεσβείαν Philostr. VS 1.21.6; πάντα in all things, S. OT 1522; οἱ κρατοῦντες the conquerors, X. An. 3.2.26; τὰ κατὰ πόλεμον κρατούμενα τῶν κρατούντων εἶναί φασιν Arist. Pol. 1255a7.
- b to be superior, πλήθους ἕκατι ναυσὶν κρατῆσαι A. Pers. 338: abs., to be the best, Critias 2.7 D.
- c of reports, etc., prevail, become current, φάτις κρατεῖ A. Supp. 293, S. Aj. 978; λόγος κ. A. Pers. 738; νόμιμα δὲ τὰ Χαλκιδικὰ ἐκράτησεν Th. 6.5; κρατεῖ ἡ φήμη παρά τισι Plb. 9.26.11.
- 2 c. inf., prevail so that, κ. τῷ πλήθει ὥστε μὴ αὐτίκα τὰς πύλας ἀνοίγεσθαι Th. 4.104: impers., κατθανεῖν κρατεῖ ʼtis better to . ., A. Ag. 1364; κρατεῖ μὴ γιγνώσκοντʼ ἀπολέσθαι E. Hipp. 248 (anap.).
- 3 c. gen., conquer, prevail over, τῶν ἐναντίων S. Fr. 85, cf. OC 646, A. Th. 955 (lyr.), etc.; κ. τινὸς τὸν ἀγῶνα Philostr. Her. 2.5: metaph., τό τοι νομισθὲν τῆς ἀληθείας κρατεῖ S. Fr. 86; κ. τῆς διαβολῆς get the better of it, Lys. 19.53; ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει surpassed, went beyond it, Th. 1.69; ἡ φύσις . . τῶν διδαγμάτων κρατεῖ is better than . ., Men. Mon. 213, cf. 169.
- b of food, digest, assimilate, Hp. VM 3, 14, Mnesith. ap. Ath. 2.54b, Phylotim.ib. 3.79c:—Pass., Hp. Epid. 6.5.15; τῆς τροφῆς μὴ κρατηθείσης Plu. QConv. 2.654b.
- 4 c. acc., conquer, master, Pi. N. 10.25, A. Pr. 215, Th. 189, E. Alc. 490, Ar. Nu. 1346, Av. 420, X. An. 7.6.32, etc.; μάχῃ, τῷ πολέμῳ τινά, Th. 6.2, Aeschin. 2.30; τῷ λόγῳ τινά Ar. V. 539; πάχει μάκει τε in . ., Pi. P. 4.245; outdo, τοὺς φίλους εὖ ποιῶν X. Hier. 11.15; τῷ διαφθαρῆναι χρήμασιν ἢ μὴ κεκράτηκα Φίλιππον D. 18.247; surpass, κρατεῖ δὲ ὁ τῆς ἡδονῆς [βίος] τὸν τῆς φρονήσεως Pl. Phlb. 12a:—Pass., to be overcome, A. Th. 750 (lyr.), etc.; ὕπνῳ Id. Eu. 148 (lyr.); ὑπὸ τοῦ ὕπνου Hdt. 2.121.δʹ; ὑπὸ τῶν ἡδονῶν Pl. Lg. 633e.
- III become master of, get possession of, τῆς ἀρχῆς, τῶν νεκρῶν, Hdt. 1.92, 4.111; πολλὰ φρονέοντα μηδενὸς κ. Id. 9.16; σέθεν A. Supp. 387; οὔπω ἡ βουλή σου ἐκράτει Lys. 13.26; κ. τῆς γῆς Th. 3.6; ναυσὶ τῆς θαλάσσης Pl. Mx. 240a; κ. τῆς λέξεως have it at command, remember it, Ath. 7.275b; master by the intellect, πάντων τῶν τῆς ἱστορίας μερῶν Plb. 16.20.2:—Pass., to be mastered, δεῖ ἐν ταῖς τέχναις καὶ ἐπιστήμαις ταῦτα κρατεῖσθαι Arist. Pol. 1331b38, cf. Po. 1456a10 (prob.for κροτεῖσθαι).
- IV lay hold of, τῆς χειρός LXX Ge. 19.16, Ev.Matt. 9.25, Ev.Marc. 9.27.
- 2 c. acc. rei, seize, win and keep, esp. by force, πᾶσαν αἶαν A. Supp. 255; θρόνους S. OC 1381; seize, hold fast, arrest, τινα Batr. 63, Plb. 8.18.8, Ev.Matt. 14.3; τένοντα Batr. 233; τὰς χεῖράς τινος PLips. 40iii2 (iv/v A.D.); secure, grasp, τὴν ἀκατονόμαστον Τριάσα Zos.Alch. p.230 B.
- 3 hold up, support, τινα D.H. 4.38; maintain a military post, X. An. 5.6.7; hold fast, τὰς παραδόσεις 2 Ep.Thess. 2.15; keep, retain, PTeb. 61 (b).229 (ii B.C.):—Pass., οὐκ ἦν δυνατὸν κρατεῖσθαι αὐτὸν ὑπʼ αὐτοῦ (sc. τοῦ θανάτου) Act.Ap. 2.24; ἡ κτῆσις τοῖς τέκνοις κεκράτηται has been reserved for, settled upon, POxy. 237 viii 36 (ii A.D.).
- 4 in Law, possess a title to, κ. καὶ κυριεύειν c. gen., PTeb. 319.19 (iii A.D.), etc.
- b sequester, place under embargo, OGI 1669.23 (Pass., Egypt, i A.D.), BGU 742 iii 6 (Pass., ii A.D.).
- 5 hold in the hand, ὁ κρατῶν τοὺς ἑπτὰ ἀδτέρας ἐν τῇ δεξιᾷ αὐτοῦ Apoc. 2.1; πόαν Dsc. 3.93; ἄρτον Plu. Fort. 2.99d; σκῆπτρον Ath. 7.289c, cf. Luc. Am. 44, Ach.Tat. 1.6, etc.; δακτύλιον PMag.Lond. 46.451 (iv A.D.).
- 6 endure, put up with, τὸν ἀργυροπράτην POxy. 1844 (vi A.D.).
- V control, command, A. Ag. 10, E. Hec. 282:—Pass., αἰσχρὰ τῷ νόμῳ κρατούμενα controlled by . ., Ar. Av. 755; κρατεῖσθαι ὑπὸ τοῦ προβουλεύματος D.H. 9.52; διαθέσει Porph. Sent. 27.
- VI repair, make good, τὸ βεδὲκ (Hebr.) τοῦ οἴκου LXX 4 Ki. 12.5.
1. de macht hebben, heersen (over), meester zijn van, meestal praes. en imperf.; met gen.:
2. in zijn macht hebben, beheersen,
3. de sterkere zijn, overwicht hebben:
4. later Gr., overdr. vasthouden, in acht nemen, handhaven,
1) die Obergewalt haben, herrschen ; oft absol.; Ἠλίδα, ὅθι κρατέουσιν Ἐπειοί Od. 13.275, 15.298 ; ἅπας δὲ τραχύς, ὅστις ἂν νέον κρατῇ Aesch. Prom. 35 ; τί γὰρ πέπρωται Ζηνὶ πλὴν ἀεὶ κρατεῖν 517, öfter ; ὁ κρατῶν, der Herrscher, Ag. 1649, wie Soph, οὐ τοῦ κρατοῦντος ἡ πόλις νομίζεται Ant. 734, öfter ; τὰς τῶν κρατούντων ἀμαθίας φέρειν χρεών Eur. Phoen. 396 ; οὐκοῦν κρατεῖ τοῦτο ἐν ἑκάστῃ πόλει τὸ ἄρχον Plat. Rep. I.338d, wie τίθεται τοὺς νόμους ἐν τῇ πόλει ἑκάστοτε τὸ κρατοῦν, die souveräne Gewalt, Legg. IV.714c ; κρατεῖ καὶ ἄρχει Menex. 238d. – Auch c. gen., πάντων μὲν κρατέειν ἐθέλει, πάντεσσι δʼ ἀνάσσειν, er will mächtiger als Alle u. König sein, Il. 1.288 ; ὃς μέγα πάντων Ἀργείων κρατέει, καί οἱ πείθονται Ἀχαιοί 1.78 ; νέοι γὰρ οἰακονόμοι κρατοῦσʼ Ὀλύμπου Aesch. Prom. 149 ; κρατοῦντε τῶνδε δωμάτων Ch. 705 ; Ζεὺς δʼ ὁ τῆσδε γῆς κρατῶν Soph. Phil. 977, öfter ; Ἄργους Ὀρέστην ἔα κρατεῖν Eur. Or. 1660. – Und c. dat., μέγα κρατέεις νεκύεσσι, du bist der Erste, herrschest unter den Toten, Od. 11.485, vgl. 16.265 ; Θέτις δὲ κρατεῖ Φθίᾳ Pind. N. 4.50.
2) in seiner Gewalt haben, in seine Gewalt bekommen, sich bemächtigen ; τοῦδε γὰρ κἀγὼ κρατῶ, denn das habe auch ich in meiner Gewalt, Soph. O.R. 409, öfter ; μηδʼ ἵνʼ ἂν σαυτοῦ κρατῇς O.C. 406 ; εἴ τοι κρατοῦσι παῖδες Αἰγύπτου σέθεν Aesch. Suppl. 382 ; ἐκ δὲ τῆς μάχης τῶν νεκρῶν ἐκράτησαν οἱ Σκύθαι Her. 4.111 ; γῆς Thuc. 3.6 ; ναυσὶ τῆς τε θαλάττης ἐκράτει καὶ τῶν νήσων Plat. Menex. 239e ; ὄρους Xen. An. 7.3.3 ; auch von Menschen, fangen, 4.7.16 ; Folgde. – Auch c. accus., τοίγαρ τὸ σὸν θάκημα καὶ τοὺς σοὺς θρόνους κρατοῦσιν Soph. O.C. 1383, wie πάντα μὴ βούλου κρατεῖν 1522 ; behaupten, verteidigen, κέρατα ὄρους, ἃ κρατεῖν κατέχοντες καὶ πάνυ ὀλίγοι δύναιντʼ ἄν Xen. An. 5.6.7. – Auch = befehlen, Aesch. Ag. 10 ; αἰσχρὰ τῷ νόμῳ κρατούμενα Ar. Av. 755, d.i. was das Gesetz verbietet od. bestraft.
3) die Obergewalt haben, übertreffen, besiegen ; absol., ἐκράτησε Ζεὺς ἀγοραῖος Aesch. Eum. 390 ; Ggstz ἡττᾶσθαι, Spt. 498 ; ἁλόντες καὶ κρατήσαντες Ag. 315 ; dem νικᾶν entsprechend, Xen. An. 3.2.39 ; oft bei Pind. = in den Kampfspielen den Sieg davontragen, πάλᾳ, ἱπποδρομίᾳ, Ol. 8.20, I. 3.13 ; τὸ κρατοῦν, die siegende Partei, Dion.Hal. 6.62, wie οἱ κρατοῦντες, die Sieger, Xen. An. 3.2.26 u. öfter. – Auch c. gen., δυοῖν κρατήσας ἔληξε δαίμων Aesch. Spt. 939 ; κρατήσω τῶν ἔμʼ ἐκβεβληκότων Soph. O.C. 652 ; so auch A.; ἐκράτησαν τῶν Ἑλλήνων γυμνήτων Xen. An. 3.4.26. – Auch c. accus., Pind. P. 4.245 ; βύβλου δὲ καρπὸς οὐ κρατεῖ στάχυν Aesch. Suppl. 742 ; δεσπότην Eur. Alc. 490 ; ἐχθρόν Ar. Av. 419 ; in Prosa, κρατεῖ ὁ τῆς ἡδονῆς βίος τὸν τῆς φρονήσεως Plat. Phil. 11e ; τοὺς ἐν τῇ Εὐρώπῃ Θρᾷκας, ἐφʼ οὓς ἐστρατεύεσθε, κρατήσαντες Xen. An. 7.6.32. – Pass.; κρατηθεὶς ἐκ φίλων ἀβουλίαις Aesch. Spt. 750 ; εἴπερ κρατηθείς γʼ ἀντινικῆσαι θέλεις Ch. 492 ; κρατηθῆναι ὑπὸ μηδενός Plat. Prot. 352c ; κρατούμενος ὑφʼ ἡδονῶν ibd.; ὑπὸ γέλωτος Rep. III.388e. – Griech. accus., κρατεῖν τὸν ἀγῶνα Dem. 21.18, wie τὴν μάχην (die Lesart schwankt) DS. 18.30, im Kampfe siegen ; gewöhnlicher τῇ μάχῃ τοὺς Σικανούς, Thuc. 6.2, τῇ γνώμῃ Her. 9.42.
Bei den Medic. = die Speisen überwältigen, verdauen, vgl. Ath. II.54b ; τῆς τροφῆς μὴ κρατηθείσης Plut. Symp. 3.6.2.
4) ohne Casus, Recht behalten, haben ; ὁ μὴ πειθόμενος κρατεῖ, wer es nicht glaubt, hat Recht, Plat. Phaedr. 272a. Dah. durchdringen, sich geltend machen ; λόγος κρατεῖ σαφηνής Aesch. Pers. 724, das Wort geht in Erfüllung ; φάτις πολλὴ κρατεῖ Suppl. 290 ; ὥσπερ ἡ φάτις κρατεῖ Soph. Aj. 957 ; νόμιμα δὲ τὰ Χαλκηδονικὰ ἐκράτησεν, die gesetzlichen Einrichtungen blieben in Kraft, Thuc. 6.5 ; vgl. 1.71 ; κρατεῖ φήμη, δόξα, Pol. 9.26.11 Plut. C.Gracch. 1. – Auch vom Pfropfreis, Senkling, verpflanzten Baum, fortgehen.
Bei den K.S. sind οἱ κρατοῦντες die Christen.
[κράτος.]
(ἐπι-)
- 1
To hold sway, rule, have power : μέγα κρατέων ἤνασσεν Il. 16.172. Cf. Od. 13.275, Od. 15.298, Od. 24.431.
To rule the fight, have the upper hand, hold the issues of war in one’s hands, show matchless prowess : ὅς τις ὅδε κρατέει Il. 5.175 =Il. 16.424. Cf. Il. 21.214, 315.
- 2
To be ruler over, hold sway or exercise power among, be lord of.
With genit. : Ἀργείων Il. 1.79. Cf. Il. 1.288 : Od. 15.274.
With dat. : νεκύεσσιν Od. 11.485. Cf. Od. 16.265.
- 1
- a be victorious, conquer, excel
- α abs., ἐξένεπε κρατέων πάλᾳ O. 8.20 τὸν εἶδον κρατέοντα χερὸς ἀλκᾷ O. 10.100 τετραορίας, εὐάρματος Ἱέρων ἐν ᾆ κρατέων P. 2.5 ὃς ἂν χερσὶν ἢ ποδῶν ἀρετᾷ κρατήσαις τὰ μέγιστʼ ἀέθλων ἕλῃ P. 10.23 ποσσὶ γὰρ κράτεσκε N. 3.52 ἐν ἀγαθέᾳ χεῖρας ἱμάντι δεθεὶς Πυθῶνι κράτησεν N. 6.35 κάρυξε Θήβαν ἱπποδρομίᾳ κρατέων I. 3.13
- β c. acc. cogn., win, overcome ὅτʼ ἀμφότεροι κράτησαν μίαν ἔργον ἀν ἁμέραν O. 9.84 in zeugma, ἐκράτησε δὲ καί ποθʼ Ἕλλανα στρατὸν Πυθῶνι, τύχᾳ τε μολὼν καὶ τὸν Ἰσθμοῖ καὶ Νεμέᾳ στέφανον N. 10.25
- b be powerful, rule Θέτις δὲ κρατεῖ Φθίᾳ N. 4.50
- c surpass, exceed c. acc. or gen. αὐτὰ δέ σφισιν ὤπασε τέχναν πᾶσαν ἐπιχθονίων Γλαυκῶπις ἀριστοπόνοις χερσὶ κρατεῖν O. 7.51 δράκοντος ὃς πάχει μάκει τε πεντηκόντερον ναῦν κράτει P. 4.245 ἅλικας δʼ ἐλθόντας οἴκοι τʼ ἐκράτει Νίσου τʼ ἐν εὐαγκεῖ λόφῳ (ἐκράτεις coni. Kayser) N. 5.45
- d frag. ]ται κρατεῖν[ ?fr. 333d. 11.
Strong 2902
1. to be strong, mighty, hence, to rule, be master, prevail (so chiefly in cl.; in LXX: Es 1:1, I Es 4:38, Wi 14:19, al.).
2. to get possession of, obtain, take hold of (Hdt., Thuc., al.): c. gen. rei (M, Pr., 65), Ac 27:13; τ. χειρός, Mt 9:25, Mk 1:31 5:41 9:27, Lk 8:54; c. acc. rei, Mt 12:11; c. acc. pers., Mt 14:3 18:28 21:46 22:6 26:4, 48 ff., Mk 3:21 6:17 12:12 14:1, 44 ff., Ac 3:11 24:6, Re 20:2 (cf. II Ki 6:6).
3. to hold, hold fast (Æsch., Polyb., al.): c. acc. rei, ἐν τ. δεξιᾷ, Re 2:1. Metaph.: c. acc. pers., pass., Ac 2:24; c. acc. rei, Re 2:13, 25 3:11; τ. κεφαλήν (i.e. Christ), Col 2:19; τ. παράδοσιν (-εις), λόγον, διδαχήν, Mk 7:3, 4, 8 9:10, II Th 2:15, Re 2:14, 15; c. gen. rei, He 4:14 6:18; of sins, to retain, Jo 20:23; of restraint, seq. ἵνα μή, Re 7:1; pass., seq. τοῦ μή, Lk 24:16.†
1
1.a
ἐγὼ γάρ εἰμι Βαρβαρ Ἀδωναί, ὁ τὰ ἄστρα κρύβων, ὁ λαμπροφεγγὴς οὐρανοῦ κρατῶν
pues yo soy Barbar Adonáis, el que oculta los astros, el brillante dominador del cielo
ἄρκτε, ἄρκτε, ... κρατοῦσα τοῦ ὅλου συστήματος
Osa, Osa, que dominas sobre todo el sistema celeste
1.b
ἄναξ Ἄπολλον Παιάν, ... ὁ τὴν ὥραν τῆς εὐχῆς κ[α]ὐτῆς κρατῶν
soberano Apolo Peán, tú que dominas el momento también de la propia súplica
ἐπικαλοῦμαι καὶ σέ, τὸν τὸ πῦρ κρατοῦντα
te invoco también a ti, que dominas el fuego
2
2.a
ὁ θεὸς ἔρχεται ἀλύσεσι πεφρουρημένος, ἅρπην κρατῶν
el dios se acerca encadenado, sujetando una hoz
2.b
λέγε [κρ]ατῶν τὰς τρίχας τοῦ αἰλούρου
habla sujetando los pelos del gato
κρατῶν ψῆφον γχξγ ἐπὶ μασθούς, καὶ οὕτως κάλει
sujeta el número tresmil seiscientos sesenta y tres sobre el pecho e invócalo así
ἐντύγχανε κρατῶν κρόμμυον μονογενὲς αἰγύπτιον καὶ λέγε
realiza la petición sosteniendo una cebolla egipcia, fruto único de su planta
τὸ δ' ἕτερον κράτει τῇ δεξιᾷ χειρί
el otro
εὐχόμενος καὶ κρατῶν <λίθον> ... ὑπὲρ τὸν ἀτμὸν λέγε
suplicando y sosteniendo una piedra di sobre el humo
κρατῶν τὸν λίθον ... τὸν ἁγνόν
sujetando la piedra sagrada
2.c
2.c.α
εἰς χοιρίαν σπάθην γλῦφε Δία ἅρπην κρατοῦντα
en la paletilla de un cerdo graba un Zeus sosteniendo una hoz
ἐκτεταμένα<ς> τὰς δύο χεῖρας ἐπὶ τῷ στήθει, ἐν αἷς κρατείτω Κράτος
con las dos manos extendidas sobre el pecho, en las cuales sujete un cetro
ὑποκάτω δὲ τῆς Ἀφροδίτης καὶ τῆς Uuχῆς Ἔρωτα ἐπὶ πόλου ἑστῶτα, λαμπάδα κρατοῦντα καομένην
debajo de Afrodita y de Psique
πλάσον Ἑρμῆν ὑπόκενον, τῇ εὐωνύμῳ κρατοῦντα κηρύκιον
modela un Hermes hueco, que sostenga en su mano izquierda un caduceo
2.c.β
ἔστιν δὲ ὁ γλυφόμενος εἰς τὸν λίθον Ἡλίωρος ἀνδρ[ιὰς] λεοντοπρόσωπος, τῇ μὲν ἀριστερᾷ χειρὶ κρατῶν πόλον καὶ μάστιγα
lo que hay grabado en la piedra de Heliorus es una figura de hombre con rostro de león, sosteniendo en su mano izquierda la esfera celeste y un látigo
ἀνδριὰς λεοντοπρόσωπος περιεζωσμένος, κρατῶν τῇ δεξιᾷ ῥάβδον
una figura de hombre con rostro de león, ceñida, sosteniendo una varilla en su mano derecha
3
junta tus pulgares y pronuncia siete veces la fórmula
- to be strong, mighty, powerful: hence,
- Iabsol. to rule, hold sway, be sovereign, Hom., Trag.; ἡ κρατοῦσα the lady of the house, Aesch.
- 2c. dat. to rule among, κρατέεις νεκύεσσιν Od.
- 3c. gen. to be lord or master of, ruler over, πάντων Hom.; δωμάτων Aesch., etc.
- IIto conquer, prevail, get the upper hand, Hdt., Attic; κρ. γνώμηι to prevail in opinion, Hdt.; τῆι μάχηι Eur., etc.;—also c. acc. cogn., κρ. τὸν ἀγῶνα Dem.:— οἱ κρατοῦντες the conquerors, Xen.:—of reports, etc., to prevail, become current, Soph., Thuc.
- 2impers., κατθανεῖν κρατεῖ ʼtis better to die, Aesch.; κρατεῖ ἀπολέσθαι Eur.
- 3c. gen. to prevail over, Aesch.; ὁ λόγος τοῦ ἔργου ἐκράτει surpassed, went beyond it, Thuc.
- 4c. acc. to conquer, master, outdo, surpass, Pind., Attic:—Pass. to be conquered, Hdt., Attic
- IIIto become master of, get possession of τῆς ἀρχῆς Hdt.; τῆς γῆς Thuc.
- IVto lay hold of, τῆς χειρός NTest.
- 2c. acc. rei, to seize, hold fast, θρόνους Soph., Xen.
- Vto control, command, Aesch.
-
…τέχνη ἐστίν. φαίνεται, ἔφη, οὕτως. ἀλλὰ μήν, ὦ Θρασύμαχε, ἄρχουσί γε αἱ τέχναι καὶ κρατοῦσιν ἐκείνου οὗπέρ εἰσιν τέχναι. συνεχώρησεν ἐνταῦθα καὶ μάλα μόγις. οὐκ ἄρα ἐπιστήμη γε οὐδεμία τὸ τοῦ κρείττονος συμφέρον…
Plato, Republic
-
…ἐναντίων, ἀλλʼ ἀποθανόντες οὗπερ ἐτάχθησαν μάχεσθαι · τούτῳ δὲ τῷ τρόπῳ τῶν μὲν δυστυχησάντων, τῶν δὲ τῆς παρόδου κρατησάντων, οἱ μὲν ἐπορεύοντο ἐπὶ τήνδε τὴν πόλιν, οἱ δʼ ἡμέτεροι πρόγονοι πυθόμενοι μὲν τὴν γεγενημένην Λακεδαιμονίοις συμφοράν ,…
Lysias, Speeches
-
…, ὃ λέγω ἐν ἁπάσαις ταῖς πόλεσιν ταὐτὸν εἶναι δίκαιον, τὸ τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς συμφέρον · αὕτη δέ που κρατεῖ, ὥστε συμβαίνει τῷ ὀρθῶς λογιζομένῳ πανταχοῦ εἶναι τὸ αὐτὸ δίκαιον, τὸ τοῦ κρείττονος συμφέρον. νῦν, ἦν…
Plato, Republic
-
…ψυχαῖς ἐπολιτεύοντο, νόμῳ τοὺς ἀγαθοὺς τιμῶντες καὶ τοὺς κακοὺς κολάζοντες, ἡγησάμενοι θηρίων μὲν ἔργον εἶναι ὑπʼ ἀλλήλων βίᾳ κρατεῖσθαι, ἀνθρώποις δὲ προσήκειν νόμῳ μὲν ὁρίσαι τὸ δίκαιον, λόγῳ δὲ πεῖσαι, ἔργῳ δὲ τούτοις ὑπηρετεῖν, ὑπὸ…
Lysias, Speeches
-
…τῶν πόλεων αἱ μὲν τυραννοῦνται, αἱ δὲ δημοκρατοῦνται, αἱ δὲ ἀριστοκρατοῦνται ; πῶς γὰρ οὔ ; οὐκοῦν τοῦτο κρατεῖ ἐν ἑκάστῃ πόλει, τὸ ἄρχον ; πάνυ γε. τίθεται δέ γε τοὺς νόμους ἑκάστη ἡ ἀρχὴ πρὸς τὸ…
Plato, Republic
-
…καὶ τῶν ἐγγυητῶν ἑτοίμων ὄντων σοι συνεκπλεῖν ; ἔτι γὰρ οἷόν τέ σοι ἦν, καὶ οὔπω ἡ βουλή σου ἐκράτει. ἀλλὰ μὲν δὴ οὐχ ὅμοιά γε σοὶ καὶ ἐκείνοις ὑπῆρχε. πρῶτον μὲν γὰρ Ἀθηναῖοι ἦσαν ὥστε οὐκ ἐδέδισαν…
Lysias, Speeches
-
…σφυρηλάτοις περιβαλὼν πολλὴν κέλευθον ἤνυσεν πολλῷ στρατῷ, θνητὸς ὢν θεῶν τε πάντων ᾤετʼ, οὐκ εὐβουλίᾳ, καὶ Ποσειδῶνος κρατήσειν. πῶς τάδʼ οὐ νόσος φρενῶν εἶχε παῖδʼ ἐμόν ; δέδοικα μὴ πολὺς πλούτου πόνος οὑμὸς ἀνθρώποις γένηται τοῦ φθάσαντος…
Aeschylus, Persians
-
…ἐγὼν ἐκ πατρίδος, ἄνδρα κατακτὰς ἔμφυλον · πολλοὶ δὲ κασίγνητοί τε ἔται τε Ἄργος ἀνʼ ἱππόβοτον, μέγα δὲ κρατέουσιν Ἀχαιῶν. τῶν ὑπαλευάμενος θάνατον καὶ κῆρα μέλαιναν φεύγω, ἐπεί νύ μοι αἶσα κατʼ ἀνθρώπους ἀλάλησθαι. ἀλλά με…
Homer, Odyssey
-
…κουφονόων τε φῦλον ὀρνίθων ἀμφιβαλὼν ἄγει καὶ θηρῶν ἀγρίων ἔθνη πόντου τʼ εἰναλίαν φύσιν σπείραισι δικτυοκλώστοις, περιφραδὴς ἀνήρ · κρατεῖ δὲ μηχαναῖς ἀγραύλου θηρὸς ὀρεσσιβάτα, λασιαύχενά θʼ ἵππον ὀχμάζεται ἀμφὶ λόφον ζυγῶν οὔρειόν τʼ ἀκμῆτα ταῦρον. καὶ φθέγμα…
Sophocles, Antigone
-
…γένους, ἀλλὰ πάντων, ὅσα ἐν Ἰταλίᾳ ἔθνη, ἐς τὴν οἰκίαν παρεπέμπετο. καὶ μετὰ ταῦθʼ οἱ μὲν κεκρατηκότες ἐς τοὺς ἀγροὺς ἀνεχώρουν, ὅθεν ἐπὶ ταῦτʼ ἐληλύθεσαν, οἱ δʼ ἡσσημένοι δυσφοροῦντες ἔτι παρέμενον καὶ ἐλογοποίουν οὐ χαιρήσειν…
Appian, The Civil Wars