κρατηρίσκος
κρατηρ-ίσκος, ὁ, IG ΙΙ(2).203A 35 (Delos, iii B.C.), Ath. 11.479c; κ. τοῦ ὀφθαλμοῦ
- sockets, Hsch. (pl.).
κρατηρίσκος, ου (ὁ) [ᾱ] c. le préc. Ath. 479c.
κρατηρίσκος, [ᾱ], ὁ, dim. zu κρατήρ, Ath. XI.479c.