κτημάτιον Save LSJ Bailly 2024 Pape κτημάτ-ιον, τό, Dim. of κτῆμα, Alciphr. 1.36, PTeb. 616 (ii A.D.), PFay. 133 (iv A.D.). κτημάτιον, ου (τὸ) [ᾰ] dim. de κτῆμα, Alciphr. 1, 36. κτημάτιον, τό, dim. von κτῆμα, ein kleines Gut, Alciphr. 1.36.