Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
κτηνικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
κτενῶ
κτενώδης
κτενωτός
κτέομαι
κτέρας
κτέρεα
κτερεΐζω
κτέρες
κτερίζω
κτερίσματα
κτεριστής
κτέω
κτέωμεν
κτηδών
κτῆμα
κτηματίδιον
κτηματικός
κτημάτιον
κτηματίτης
κτηματοφύλαξ
κτηματωνέω
κτηματώνης
κτηματωνία
κτῆμι
κτήν
κτηναγωγία
κτηναφαίρεσις
κτήνειος
κτηνηδόν
κτηνίατρος
κτηνικός
κτηνίτης
κτηνοβασία
κτηνοβατέω
κτηνοβάτης
κτηνόμορφος
κτηνόομαι
κτηνοπρεπής
κτῆνος
κτηνοστάσιον
κτηνοτροφεῖον
κτηνοτροφέω
κτηνοτροφία
κτηνοτρόφος
κτηνύδριον
κτηνώδης
κτηνωδία
κτηνωδῶς
κτησείδιον
Κτησίαρχος
Κτησίας
κτησίβιος
Κτησίβιος
Κτησικλῆς
Κτήσιον
κτήσιος
Κτήσιος
Κτησίοχος
κτήσιππος
Κτήσιππος
κτῆσις
…
κτηνικός
Save
Pape
κτηνικός
,
das Vieh betreffend, zum Vieh gehörig, VLL
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}