κτηνοτρόφος
κτηνοτρόφος, keeping cattle, pastoral
κτηνοτρόφ-ος, ον,
- keeping cattle, pastoral, βίος D.S. 1.74; γῆ κ. a land of pasture, LXX Nu. 32.4: as Subst., cattle-keeper, Ph. 1.304: pl., PFay. 18 (b) (i B.C.), Dsc. 2.147, BGU 969.11 (ii A.D.).
κτηνο·τρόφος, ου (ὁ, ἡ) qui nourrit du bétail, DS. 1, 74 ; Spt. Num. 32, 4.
Étym. κτῆνος, τρέφω.
κτηνοτρόφος, Vieh nährend, mästend, haltend, Sp., wie DS. 1.74.
κτηνοτρόφος
κτηνο-τρόφος, ον
τρέφω
- keeping cattle, pastoral.