λαφυροπωλεῖον
λᾰφῡροπωλ-εῖον, v. λαφυροπώλιον.
λᾰφῡροπωλεῖον -ου, τό [λαφυροπώλης] place where booty is sold Pol. 4.6.3.
λαφυροπωλεῖον, ου (τὸ) [ᾰῡ] lieu où l’on vend le butin, Pol. 4, 6, 3.
Étym. λαφυροπωλέω.
λαφυροπωλεῖον, [ῡ], τό, der Ort, wo die Beute verkauft wird, Pol. 4.6.3 ; Dion.Hal. 9.56.