Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λαφυραγωγητική
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Λαυρεωτικός
λαύρη
Λαυρήτη
λαυρήτης
Λαυρικός
Λαύριον
Λαύριον πεδίον
Λαυριωτικός
λαῦρος
λαυροστάται
Λαύρων
λαῦσαι
λαύω
Λαφάνης
λαφθία
Λάφιλος
Λαφρήνιος
Λαφρία
Λάφρια
Λαφριάδαι
Λαφριαῖος
Λαφρίεια
Λάφριος
λάφυγμα
λαφυγμός
λαφύειν
λαφύκτης
λάφυξις
λάφυρα
λαφυραγωγέω
λαφυραγωγητική
λαφυραγωγητικός
λαφυραγωγία
λαφυραγωγός
λαφυρεύω
λαφυρέω
λαφυρία
λάφυρον
λαφυροπωλεία
λαφυροπωλεῖον
λαφυροπωλέω
λαφυροπώλης
λαφυροπώλιον
λαφύσσω
λαφύστιος
Λαφύστιος
λαφύττω
λάφωνοι
λαχαίνω
λαχανάριον
λαχανᾶς
λαχανεία
λαχάνευμα
λαχανεύομαι
λαχανεύς
λαχανευτής
λαχανεύω
λαχανηλόγος
λαχανηρός
λαχανήτης
λαχανηφόρος
…
λαφυραγωγητική
Save
Pape
λαφυραγωγητική
, [ῡ], Erkl. von ἀγελείη,
Schol. Il
. 4.128.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}