λαφυροπώλιον
λαφυροπώλιον, sale of booty
λᾰφῡροπώλ-ιον, τό,
- sale of booty, IG 5(2).6.11 (Tegea, iv B.C.).
- 2 place where booty is sold, Str. 14.3.2, D.H. 9.56:—written λᾰφῡροπωλ-εῖον in Plb. 4.6.3.
λᾰφῡροπώλιον , τό Strab. 14.3.2, see λαφυροπωλεῖον.
λαφυροπώλιον, ου (τὸ) [ᾰῡ] c. λαφυροπωλεῖον, Str. 664.
λαφυροπώλιον, [ῡ], τό, = λαφυροπωλεῖον, Strab. XIV.664.