λάφυξις
λάφ-υξις, εως, ἡ,
- = λαφυγμός, Ath. 8.362f.
λά̆φυξις -εως, ἡ [λαφύσσω] voracity, gluttony Ath. 8.362f etc.
λάφυξις, εως (ἡ) [ᾰ] action de dévorer, d’où voracité, Ath. 362f.
Étym. λαφύσσω.
λάφυξις, ἡ, = λαφυγμός, Ath. VIII.362 s.