λεπτοσύνη
λεπτο-σύνη, ἡ,
- = λεπτότης, AP 11.110 (Nicarch.).
λεπτοσύ̆νη -ης, ἡ [λεπτός ] Nicar.1 (AP 11.110.1), poet. for λεπτότης.
λεπτοσύνη, ης (ἡ) [ῠ] c. λεπτότης, Anth. 11, 110.
λεπτοσύνη, ἡ, poet. = λεπτότης, Nicarch. 16 (XI.110).
λεπτοσύνη, ἡ,
= λεπτότης, Anth.