Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
λεπτοσίνιον
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
λεπτομεριμνία
λεπτομέριμνος
λεπτομερῶς
λεπτομήλη
λεπτόμητις
λεπτόμιτος
λεπτομυθέω
λεπτόν
λεπτόνευρος
λεπτόνητος
λεπτόνους
λεπτόομαι
λεπτόουρος
λεπτόπηνος
λεπτοποιέω
λεπτοποίησις
λεπτοποιητέον
λεπτοποιητικός
λεπτόπους
λεπτοπρόσωπος
λεπτόπρυμνος
λεπτόπυγος
λεπτοπυρέτιον
λεπτόραβδος
λεπτόραμφος
λεπτόρινος
λεπτόρριζος
λεπτόρρυτος
λεπτός
λεπτόσαρκος
λεπτοσίνιον
λεπτοσκελής
λεπτοσπάθητος
λεπτοσπάθιον
λεπτόσπερμος
λεπτόστομος
λεπτοσύνη
λεπτοσύνθετος
λεπτοσχιδής
λεπτοσχιδῶς
λεπτόσωμος
λεπτοταρίχιον
λεπτότης
λεπτοτομέω
λεπτοτράχηλος
λεπτότρητος
λεπτότριχος
λεπτουργέω
λεπτουργής
λεπτουργία
λεπτουργικά
λεπτουργός
λεπτοϋφής
λεπτοφαής
λεπτοφανής
λεπτόφλοιος
λεπτοφυής
λεπτόφυλλος
λεπτοφωνία
λεπτόφωνος
λεπτόχανον
…
λεπτοσίνιον
Save
LSJ
λεπτο-σίνιον, τό, a kind of fruit(?),
PPetr.
3 p.154 (iii B.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}