λεπτοποιητέον
λεπτοποιητέον, one must make fine
λεπτοποι-ητέον,
- one must make fine or small, Dsc. 5.88.
λεπτοποιητέον [λεπτοποιέω ] verb. adj. it is necessary to make thin Diosc.2 5.88.
λεπτοποιητέον, vb. de λεπτοποιέω, Diosc. 5, 103.