λεπτόρρυτος
λεπτόρρυτος, thinly- flowing
λεπτό-ρρῠτος, ον,
- thinly-flowing, ὕδωρ Hp. Ep. 17.
λεπτόρρυτος -ον [λεπτός , ῥέω ] that flows in thin trickles Hp. epist. 17.
λεπτό·ρρυτος, ος, ον [ῠ] qui coule en minces filets, Hpc. 1279, 58.
Étym. λ. ῥέω.
λεπτόρρυτος, dünn fließend, Hippocr., ὕδωρ.