λεπτόμιτος
λεπτόμιτος, of fine threads
λεπτό-μῐτος, ον,
- of fine threads, φάρος E. Andr. 831 (lyr.); νεφέλη AP 6.11 (Satyr.).
λεπτόμῐτος -ον [λεπτός , μίτος] finely woven, thin, subtle Sat.1 (AP 6.11.2) etc.; φάρος veil Eur. Andr. 831.
λεπτό·μιτος, ος, ον [ῐ] à trame fine, finement tissé, Eur. Andr. 832 ; A. Rh. 2, 31 ; fig. Anth. 6, 11.
Étym. λ. μίτος.
λεπτόμιτος, feinfädig ; φᾶρος Eur. Andr. 832 ; νεφέλη Satyr. 1 (VI.11).
λεπτόμιτος
λεπτό-μῐτος, ον
- of fine threads, Eur., Anth.