λεπτομεριμνία
λεπτομεριμνία, attention to trifles
λεπτομεριμν-ία, ἡ,
- attention to trifles, Corn. ND 18.
λεπτομεριμνία -ας, ἡ [λεπτομέριμνος ] preoccupation with trifles Corn. 18.
λεπτο·μεριμνία, ας (ἡ) sollicitude méticuleuse, Corn. 18.
Étym. λ. μέριμνα.
λεπτομεριμνία, ἡ, kleinliche Sorgfalt, Cornut.