λοφνία
λοφνία,
- v. λοφνίς. λοφνίδια· λαμπάδια, Hsch.
λοφνία -ας, ἡ [see λοφνίς ] torch made of prunings, of vine Ath. 15.699d.
λοφνία, ας (ἡ) c. λοφνίς, Clitarq. (Ath. 701a).
λοφνία, ἡ, = λοφνίς, Ath. XV.701a, vgl. 699d, φάσκων οὕτω καλεῖσθαι τὴν ἐκ τοῦ φλοιοῦ λαμπάδα.