λυπρόχωρος
λυπρόχωρος, with poor land
λυπρόχωρος, ον,
- = λυπρόγεως, Str. 9.4.11.
λυπρόχωρος -ον [λυπρός , χώρα ] Strab. 9.4.11, see λυπρόγεως.
λυπρό·χωρος, ος, ον, au sol maigre, Str. 427.
Étym. λυπρός, χώρα.
λυπρόχωρος, = λυπρόγαιος, Strab. IX.427.
λυπρόχωρος
λυπρό-χωρος, ον
χώρα
- with poor land, Strab.